• Facebook
  • Twitter
  • Instagram

*ενάλιος -α -ο [enálios] Ε6 λόγ. θηλ. και εναλία : που βρίσκεται, που υπάρχει μέσα στη θάλασσα· (πρβ. θαλάσσιος, υποθαλάσσιος, υποβρύχιος): ~ κόσμος / πλούτος. 

// ΠΡΟΣΦΑΤΕΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ

// ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ